Όπως κρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 186/2019 απόφαση του Αρείου πάγου, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014). Ειδικότερα η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 186/2010). Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014). Εξ άλλου δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφ` όσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 578/2018, ΑΠ 41/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014). Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας). Σημειώνουμε ότι με την άποψη αυτή συντασσόμαστε και εμείς ως ορθότερη. Κατ’ άλλη όμως άποψη, η οποία υποστηρίζεται από σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Β1 αναιρετικού Τμήματος με τις οποίες μεταστράφηκε η μέχρι πρότινος νομολογία του, η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 904 του ΑΚ) βάση αυτής, καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο, με την επιφύλαξη των αξιώσεων των εργαζομένων για την επιδίκαση των επιδομάτων εορτών και αδείας, όπου για την γέννηση των σχετικών αξιώσεων που οφείλονται ευθέως από τις πιο πάνω διατάξεις αρκεί η ύπαρξη απλής σχέσης εργασίας (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1049/2018, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 109/2017). Μετά ταύτα, παραπέμφθηκε το ζήτημα στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς άρση της αντίθεσης μεταξύ των κρίσεων των Β1 και Β2 Τμημάτων του Αρείου Πάγου.
Share this post
