Σύμφωνα με όλως πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που κλήθηκε να αποφανθεί επί ερωτημάτων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου εάν η εκ του νόμου παράταση συμβάσεων ορισμένου χρόνου υπαλλήλων ΟΤΑ αποστερεί από αυτές τη δυνατότητα χαρακτηρισμού τους ως διαδοχικές όπως και το εάν η διάταξη του άρθρου 103 (παρ. 7 και 8) του Συντάγματος που απαγορεύει τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου εμποδίζει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (όπως κρίνουν παγίως τα Ελληνικά Δικαστήρια τελευταία) που προβλέπει εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν για τους υπηρετούντες με σχέση αορίστου χρόνου και στις καταχρηστικώς συναπτόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στο μεν πρώτο ερώτημα απάντησε ότι κατ’ ορθή ερμηνεία της ρήτρας 1 και της ρήτρας 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, η έννοια «διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου» κατά τις διατάξεις αυτές καλύπτει και την αυτοδίκαιη παράταση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον τομέα της καθαριότητας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία έλαβε χώρα δυνάμει ρητών εθνικών διατάξεων και παρά τη μη τήρηση του έγγραφου τύπου που προβλέπεται κατ’ αρχήν για τη σύναψη των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, στο δε δεύτερο ερώτημα απάντησε ότι η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας – πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας εθνικής ρύθμισης που επιτρέπει τη μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοστούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή όσον αφορά τον δημόσιο τομέα. Η απόφαση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς επί της ουσίας «αναβιώνει» την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, βάσει της οποίας μπορεί να ζητηθεί αναγνώριση της καταχρηστικώς συναπτόμενης συμβάσεως ορισμένου χρόνου ως αορίστου χρόνου, επί των συμβάσεων ορισμένου χρόνου του δημοσίου τομέα, σε αντίθεση με την έως σήμερα παγία νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, κατά την οποία η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου του δημοσίου τομέα, λόγω της συνταγματικής απαγόρευσης (άρθρο 103 Σ).
Share this post
