Δημοσιεύθηκε στο νομικό περιοδικό Δίκαιο Επιχειρήσεων και Εταιριών μηνός Ιανουαρίου έτους 2022 σχόλιο του δικηγόρου Δημήτρη Α. Λαμπρόπουλου ως προς την ένσταση εξόφλησης κατόπιν των κρίσεων της απόφασης ΑΠ 1241/2020. Εν προκειμένω, προς θεμελίωση της ένστασης εξόφλησης, η εναγομένη – εργοδότρια, αφού παρέθεσε αναλυτικά τα οφειλόμενα κατ’ αυτήν σε καθένα εκ των εναγόντων επί μέρους ποσά για αποδοχές, επιδόματα αδείας και αποζημίωση αδείας και το χρόνο στον οποίο αντιστοιχούν οι οφειλές αυτές, στη συνέχεια παρέθεσε αναλυτικά τις γενόμενες εκ μέρους της επιμέρους καταβολές των επίσης αναφερομένων αναλυτικά επιμέρους για καθένα εκ των εναγόντων ποσών, καθώς και το χρόνο καταβολής κάθε ποσού, χωρίς όμως, όπως φαίνεται, οι καταβολές να ήταν επιμερισμένες ανά αιτία (όπως έχει κριθεί σταθερά από τον Άρειο Πάγο ότι απαιτείται), αλλά ο επιμερισμός έλαβε το πρώτον χώρα κατά τη θεμελίωση της ένστασης και δη των οφειλομένων διαφορών αποδοχών. Παρότι το Εφετείο έκρινε αόριστη την ένσταση για τον λόγο αυτόν, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι υπό την παραπάνω διατύπωσή της, η ένσταση εξόφλησης ήταν ορισμένη, το γεγονός δε ότι δεν αναφέρεται ρητά η αιτία (τακτικές αποδοχές, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας) για την οποία καταβλήθηκαν τα συγκεκριμένα επιμέρους ποσά σε καθένα εκ των εναγόντων, δεν καθιστά την ένσταση αυτή αόριστη, αφού η αιτία, συνάγεται από την αντιπαραβολή των κατά την εναγομένη παρατεθέντων ως οφειλομένων ποσών αναλυτικά για κάθε αιτία (αποδοχές, επιδόματα αδείας, αποζημίωση αδείας) και των κατά την ίδια παρατεθέντων αναλυτικά ως καταβληθέντων ποσών, τα περισσότερα από τα οποία ταυτίζονται αριθμητικά, ενώ, σημειώνεται, οι αναιρεσίβλητοι – ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι οι καταβολές αυτές αφορούσαν την εξόφληση άλλων απαιτήσεων αυτών, οπότε μετά ταύτα αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου. Με την απόφαση ΑΠ 1241/2020, φαίνεται πλέον να μην απαιτείται προς θεμελίωση της ένστασης εξόφλησης να αναφέρονται αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε επιμέρους αγωγική αιτία, αλλά αρκεί να αναφέρονται αναλυτικά ανά αιτία τα επιμέρους ποσά που οφείλονται στο μισθωτό. Με τον ανωτέρω τρόπο διευκολύνεται ο προτείνων ένσταση εξόφλησης στις εργατικές διαφορές, ιδίως, όταν έχει στην κατοχή του γενική (μη αναλυτική) εξοφλητική απόδειξη, εφόσον μπορεί να εξειδικεύσει και επιμερίσει με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της διαφοράς τις οφειλόμενες διαφορές αποδοχών κατά τρόπο που ο επιμερισμός να ταυτίζεται ουσιωδώς κατά σύνολο με τη γενική εξοφλητική του απόδειξη.
Share this post
