Τα παρατιθέμενα χωρία κάθε απόφασης έχουν εξαχθεί από τις ιστοσελίδες www.areiospagos.gr και www.adjustice.gr και έχουν επιλεγεί από τον Δημήτρη Α. Λαμπρόπουλο ως το κριθέν ουσιώδες νομικό της ζήτημα.
- ΣτΕ(Ολ) 1889/2019: Επικουρικές συντάξεις του ν. 4387/2016: Με το δεδομένο της ελλείψεως οποιασδήποτε αναλογιστικής μελέτης που να προκύπτει ότι είχε εκπονηθεί πριν από την ψήφιση του ανωτέρω νόμου και που να τεκμηριώνει τη βιωσιμότητα του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του ΕΤΕΑΕΠ, ενόψει του νέου τρόπου υπολογισμού της επικουρικής συντάξεως για το μέλλον και του μηχανισμού εξισορροπήσεως των ελλειμμάτων του ΕΤΕΑΕΠ που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ. 1 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, του επανυπολογισμού – αναπροσαρμογής των ήδη καταβαλλόμενων κατά τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου συντάξεων που προβλέπεται στο άρθρο 96 παρ. 4 αυτού, όπως ισχύει, καθώς και της αυξήσεως των εισφορών για την επικουρική σύνταξη κατά την εξαετία 2016 έως 2022, που προβλέπεται στο άρθρο 97 του νόμου, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 96 του ν. 4387/2016, κατά το μέρος που αντικατέστησε τις παρ. 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012, είναι αντισυνταγματική, η προσβαλλόμενη δε υπουργική απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής και την εφαρμόζει, είναι ακυρωτέα στο σύνολό της, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση. Συνεπώς, για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
- ΣτΕ(Ολ) 1890/2019: Επικουρικές συντάξεις του Ν. 4387/2016: Το ύψος της καταβαλλόμενης κύριας συντάξεως δεν είναι πρόσφορο κριτήριο για τον προσδιορισμό του ύψους της καταβαλλόμενης επικουρικής συντάξεως, δεδομένου ότι για κάθε μια από τις ανωτέρω συντάξεις έχουν καταβληθεί υποχρεωτικώς από τους ασφαλισμένους αυτοτελείς ασφαλιστικές εισφορές. Δεν καθιστά δε πρόσφορο το ως άνω κριτήριο το ότι η αξίωση του συνταξιούχου έναντι του Κράτους για τη χορήγηση σε αυτόν συνταξιοδοτικής παροχής, η οποία να του επιτρέπει να ζει σε επίπεδο που να μην αφίσταται ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου, αφορά το σύνολο των χορηγούμενων σε αυτόν συντάξεων, δηλαδή το άθροισμα κύριας και επικουρικής συντάξεως. Περαιτέρω, δεν είναι συνταγματικά ανεκτό, συνταξιούχοι, ύστερα από τον κατά τα ως άνω επανυπολογισμό και αναπροσαρμογή της επικουρικής τους συντάξεως, να λαμβάνουν, τελικώς, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, επικουρική σύνταξη χαμηλότερου ύψους από συνταξιούχους, που έχουν συνταξιοδοτηθεί από το ίδιο με αυτούς -ήδη ενταχθέν στο ΕΤΕΑΕΠ- ταμείο/τομέα/κλάδο επικουρικής ασφαλίσεως και έχουν καταβάλει εισφορές ίδιου ή χαμηλότερου ύψους, εκ μόνου του λόγου ότι οι τελευταίοι λαμβάνουν κύρια σύνταξη χαμηλότερου ύψους και, εξ αυτού του λόγου, προστατεύονται από το προβλεπόμενο στα άρθρα 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως όριο του ποσού των 1.300 ευρώ (συνυπολογιζομένων στο άθροισμα αυτό, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 6 της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως, των κρατήσεων εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της εισφοράς υγειονομικής περιθάλψεως), του οποίου δεν επιτρέπεται να υπολείπεται, μετά την αναπροσαρμογή της επικουρικής συντάξεως, το άθροισμα της καταβαλλόμενης σε αυτούς κύριας και επικουρικής συντάξεως (πρβ. ΣτΕ 4837/1997 σκ. 3). Στις ως άνω περιπτώσεις, η αναπροσαρμογή της επικουρικής συντάξεως, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αντίκειται στα άρθρα 4 παράγραφοι 1 και 5 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, έκφανση της οποίας αποτελεί και η αρχή της ανταποδοτικότητας. Δεν προκύπτει δε ούτε από την αιτιολογική έκθεση ούτε από τα λοιπά στοιχεία που συνοδεύουν το νόμο, πέραν των όσων αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση για την προστασία των μεσαίων και χαμηλότερων συντάξεων, οι συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους ο νομοθέτης επέλεξε ως κριτήριο για την αναπροσαρμογή των καταβαλλόμενων κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 επικουρικών συντάξεων το άθροισμα της πριν από το νόμο καταβαλλόμενης κύριας συντάξεως, (η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, εξακολουθεί να καταβάλλεται στο ίδιο ύψος και μετά τον επανυπολογισμό της με βάση τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016, λόγω της διατηρήσεως της προσωπικής διαφοράς) με την μετά το νόμο επικουρική σύνταξη να ανέρχεται ειδικώς στο ποσό των 1300 ευρώ. Η συνταγματικότητα δε ή μη της ανωτέρω ρυθμίσεως από τις προεκτεθείσες απόψεις δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να συναρτάται με το ποσοστό (αν αυτό είναι υψηλό ή χαμηλό) των συνταξιούχων, οι οποίοι θίγονται από τη ρύθμιση αυτή, από το ποσοστό, δηλαδή, των συνταξιούχων των οποίων οι επικουρικές συντάξεις μειώνονται ύστερα από την εφαρμογή της συγκεκριμένης ρυθμίσεως.
- ΣτΕ(Ολ) 1891/2019: Εκτιμωμένου και του συνολικού δημοσιονομικού οφέλους της και της ουσιαστικής συνεισφοράς των διατάξεων των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016 στη συγκράτηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης και, κατ’ επέκταση, στην επίτευξη – βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα – του επιδιωκόμενου στόχου της διατήρησης της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, η εν λόγω ρύθμιση, τελούσα σε άμεση συνάφεια προς τον σκοπό του νομοθέτη και ενόψει του γενικότερου κανονιστικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, παρίσταται επαρκώς δικαιολογημένη, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο διακηρυσσόμενος από τον νομοθέτη σκοπός της περιστολής των δημοσιονομικών, εν γένει, και των συνταξιοδοτικών, ειδικότερα, δαπανών προς το σκοπό της διασφαλίσεως της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος και της συνεχίσεως της καταβολής ασφαλιστικών παροχών, προς όφελος όλων των συνταξιούχων, παλαιών και νέων, δεν εξυπηρετεί απλώς το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου, αλλά αποτελεί πράγματι σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει, κατ’ αρχήν, τη λήψη των ανωτέρω μέτρων περικοπής των καταβαλλόμενων συντάξεων των παλαιών συνταξιούχων, τα οποία αποβλέπουν στον εξορθολογισμό των συνταξιοδοτικών παροχών προς όλους τους συνταξιούχους, παλαιούς και νέους, κατ’ εφαρμογή της αρχής της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αξίωσης του νομοθέτη για την εκπλήρωση από όλους του χρέους εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα προβαλλόμενα ότι, κατά τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016 και της πρώτης προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο νομοθέτης διατήρησε τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές των συντάξεων που επιβλήθηκαν με τους νόμους 4051/2012 και 4093/2012 (με τις 2287, 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας), χωρίς να αιτιολογήσει τη σχετική επιλογή του, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η εν λόγω επιλογή αιτιολογείται επαρκώς στο πλαίσιο της επιχειρούμενης από αυτόν ασφαλιστικής μεταρρύθμισης. /Ο νομοθέτης αιτιολογεί τις ρυθμίσεις με βάση τις κρίσιμες παραμέτρους βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος που καταδεικνύουν την εξαιρετικά δυσμενή κατάσταση που έχει περιέλθει το σύστημα από τη διαρκή χειροτέρευση θεμελιωδών μεταβλητών, όπως είναι η δημογραφική γήρανση, η ανεργία και η οικονομική ύφεση, η σχέση ασφαλισμένων προς συνταξιούχους, που επιδρούν αποφασιστικά στη βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, με συνέπεια να τίθεται επιτακτικά η ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης που να εγγυάται τη διατήρησή του κατ’ επιταγήν του Συντάγματος./ Τα συγκεκριμένα ποσοστά αναπληρώσεως παραβιάζουν την αρχή της ανταποδοτικότητας, η οποία αποτελεί έκφανση της αρχής της αναλογικότητας, υπό την έννοια της υπέρβασης του ανεκτού ορίου μέχρι του οποίου είναι επιτρεπτή, κατά το Σύνταγμα, η έλλειψη ανταποδοτικότητας εισφορών – παροχών. Η ανωτέρω παραβίαση της αρχής της ανταποδοτικότητας δεν αναιρείται, εξ άλλου, από τη χορηγούμενη από το σύστημα του ν. 4387/2016 εθνική σύνταξη, το ύψος της οποίας παραμένει σταθερό και δεν επηρεάζεται από τον αριθμό των (πέραν των 20) ετών ασφαλίσεως και το ύψος των αποδοχών, με αποτέλεσμα η συμμετοχή της εθνικής σύνταξης στον καθορισμό του τελικού ποσού της κύριας σύνταξης να είναι ιδιαιτέρως χαμηλή στους ασφαλισμένους εκείνους ή στους συνταξιούχους οι οποίοι έχουν μεσαίο ή υψηλό μέσο όρο αποδοχών ή, αντιστοίχως, μεσαίο ή υψηλό συντάξιμο μισθό.
- ΣτΕ(Ολ) 1880/2019: Ανεξαρτήτως αντιθέσεως προς το Σύνταγμα επί μέρους ρυθμίσεων του ν. 4387/2016 (πρβ. απόφαση 1/2018 του κατ’ άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου), η κατ’ αρχήν υπαγωγή δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών σε καθεστώς υποχρεωτικής κύριας κοινωνικής ασφαλίσεως, κατάληξη μιας μακράς πορείας συγκλίσεως του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων με την κοινωνική ασφάλιση (άρθρο 6 ν. 1902/1990, άρθρο 20 παρ. 2 ν. 2084/1992, άρθρο 27 παρ. 2 ν. 3863/2010) προς ουδεμία διάταξη του Συντάγματος αντίκειται για τους εκτεθέντες στην σκέψη 13 λόγους και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα./ Η υπαγωγή με τις διατάξεις του ν. 4387/2016, όλων των υφιστάμενων φορέων κύριας κοινωνικής ασφαλίσεως μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων, ελευθέρων επαγγελματιών και αγροτών σε ένα ενιαίο φορέα και η υπαγωγή των ασφαλισμένων τους σε παρεχόμενη από τον νέο φορέα ασφάλιση δεν αντίκεινται, κατ’ αρχήν, στο Σύνταγμα από απόψεως διαφοράς είτε του βαθμού επιπέδου οικονομικής ευρωστίας και βιωσιμότητας των εντασσόμενων φορέων είτε συνθηκών απασχολήσεως των ασφαλισμένων και πραγματοποιήσεως εισοδήματος από αυτούς, όπως αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση. Η υπαγωγή στην ασφάλιση όμως, κατά τις διατάξεις αυτές, μισθωτών και μη μισθωτών, ήτοι κατηγοριών ασφαλισμένων με ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες απασχολήσεως και παραγωγής εισοδήματος, υπό ενιαίους κανόνες εισφορών και παροχών, τους οποίους ο νομοθέτης θέσπισε για τους αναφερόμενους στην αιτιολογική έκθεση λόγους, επιβάλλει τον έλεγχο της τηρήσεως από τον νομοθέτη της συνταγματικής αρχής της ισότητας, από της απόψεως της ενιαίας μεταχειρίσεως προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες. Πράγματι, κατά το διανεμητικό σύστημα καθορισμένων παροχών, το οποίο επέλεξε ο νομοθέτης για τον νέο φορέα, ασφαλισμένοι οιασδήποτε κατηγορίας από τις υπαγόμενες στον ενιαίο ασφαλιστικό φορέα με τις ίδιες συντάξιμες αποδοχές (για τις οποίες κατέβαλαν εισφορές) και τον ίδιο χρόνο ασφαλίσεως αποκτούν την ίδια ασφαλιστική παροχή (κύρια σύνταξη). Στην χρηματοδότηση της παροχής αυτής τόσο η ασφαλιζόμενη μισθωτή εργασία όσο και τα ασφαλιζόμενα επαγγέλματα συμβάλλουν με το ίδιο ποσοστό εισφοράς (20%) επί του εισοδήματος που παράγουν. Την παροχή όμως αυτή οι μη μισθωτοί ασφαλισμένοι (αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες) αποκτούν έχοντας καταβάλει το σύνολο της ως άνω εισφοράς επί του εισοδήματος που πραγματοποιούν από το επάγγελμά τους, ενώ οι μισθωτοί ασφαλισμένοι αποκτούν την ίδια παροχή έχοντας καταβάλει εισφορά 6,67% επί των αποδοχών τους από την εργασία τους, καθώς το υπόλοιπο της εισφοράς (13,33%) βαρύνει τους εργοδότες τους. Συνεπώς, οι μη μισθωτοί ασφαλισμένοι, μη έχοντες εργοδότη βαρυνόμενο με τμήμα της δικής τους εισφοράς, καταβάλλουν τριπλάσιο μέρος του εισοδήματός τους ως αντιπαροχή για την πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση και την απόληψη της ίδιας παροχής σε σχέση με τους μισθωτούς ασφαλισμένους και, μάλιστα, χωρίς το ύψος των καταβληθεισών εισφορών τους να συνδιαμορφώνει, όπως στο σύστημα καθορισμένων εισφορών, το ύψος της ασφαλιστικής παροχής. Ίδιας τάξεως δε διαφορά προκύπτει και στις οριζόμενες στον νόμο εισφορές για την υγειονομική περίθαλψη. Υπό τα δεδομένα αυτά, αντίθετα με την διακηρυγμένη πρόθεση του νομοθέτη για εγκαθίδρυση ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως διεπόμενου από την αρχή της ισονομίας, οι ενιαίοι κανόνες ασφαλιστικών εισφορών έχουν ως συνέπεια την εκδήλως δυσμενή διάκριση των αυτοαπασχολούμενων, των ελευθέρων επαγγελματιών και των αγροτών έναντι των μισθωτών κατά την πρόσβασή τους στην κοινωνική ασφάλιση και την υπαγωγή τους στον ενιαίο ασφαλιστικό φορέα, η οποία καθιστά τις ρυθμίσεις των άρθρων 39 και 40 του ν. 4387/2017, καθώς και του άρθρου 41 του ίδιου νόμου, καθ’ όσον αφορά τις εισφορές υγειονομικής περιθάλψεως των αυτοαπασχολούμενων, των ελευθέρων επαγγελματιών και των αγροτών, αντίθετες στην συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση (βλ. και ΣτΕ(Ολ) 1882, 1888/2019).
- ΑΠ(Ολ) 7/2019: Με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.6 ΑΝ 539/1945 και 5 παρ.3 Ν.2112/1920, τα διαστήματα, κατά τα οποία ο μισθωτός απέχει από την απασχόλησή του λόγω βραχείας σχετικής διάρκειας ασθένειας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζεται προς τις ημέρες της άδειας, τις οποίες αυτός δικαιούται, την οποία επομένως δεν απομειώνουν. Ο λόγος θέσπισης της διάταξης αυτής ήταν να μην αποστερείται από την κανονική του άδεια ο μισθωτός, που απέχει από την εργασία του λόγω βραχείας ασθένειας επί διαστήματα, που ποικίλλουν ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 6 και 3 παρ.1 και 8 του ΑΝ 539/1945,όπως η παρ.8 προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.3 του Ν.4547/1966, που ορίζουν, ότι κατά τη διάρκεια της άδειας ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε αν απασχολούνταν και ότι οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται κατά την έναρξη της αδείας, αλλά και από το όλο πνεύμα των διατάξεων του νόμου αυτού, καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.16 Ν.4504/1966 που ορίζει ότι το επίδομα άδειας καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών άδειας, συνάγεται, ότι η λήψη αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας προϋποθέτει τη λήψη άδειας, αφού οι εν λόγω αποδοχές και το ανάλογο επίδομα άδειας δεν αποτελούν ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα του μισθωτού, αλλά παρεπόμενο του κυρίου δικαιώματος, δηλαδή του δικαιώματος λήψεως της άδειας. Επομένως, όταν για λόγους, που αφορούν τον εργαζόμενο, δεν οφείλεται άδεια, δεν οφείλονται και αποδοχές και επίδομα αδείας, αφού οι επιμέρους παροχές, που συνθέτουν την άδεια αναψυχής έχουν στενή και άμεση εξάρτηση, η δε σχετική αξίωση είναι ενιαία και αδιαίρετη (Ολ. ΑΠ 1139/1974)./ Η βούληση του εθνικού νομοθέτη, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 2 παρ.6 του ΑΝ 539/1945 περί βραχείας ασθένειας πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, κατά το οποίο ο εργαζόμενος που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τη λήξη της σχέσης εργασίας του και εξαιτίας του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για λήψη της ετήσιας άδειας μετ’αποδοχών, έστω και εάν η απουσία του υπερβεί τα όρια της βραχείας ασθένειας δεν αποστερείται από το δικαίωμά του αυτό. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή η υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθένειας δεν θεωρείται αδικαιολόγητη απουσία και δεν απομειώνει τις ημέρες της κανονικής άδειας και, εφόσον ο εργαζόμενος δεν άσκησε αυτουσίως (in natura) το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτών. (Δημοσίευση 26/6/2019).
- ΑΠ 1487/2019 (Β1): Η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 του ΚΠολΔ και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 467/2014)./ Ενόψει του διέποντος το αναιρεσείον νομοθετικό πλαίσιο, αυτό υπόκειται στις ρυθμίσεις των διατάξεων υπό στ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 και της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012. Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις το προσωπικό της εναγομένης- αναιρεσείουσας υπέστη δυο μειώσεις αποδοχών, την 1.11.2011, με την εισαγωγή του ορίου των 1.900 ευρώ κατά μέσο όρο και την 1.1.2013 με την υπαγωγή στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου. Αναμονή εκδόσεως αποφάσεως από την ολομέλεια του Αρείου Πάγου στην οποία έχει παραπεμφθεί το ζήτημα εάν με βάση τις οικείες διατάξεις, τυγχάνει εφαρμοστέα μια ενιαία μείωση επί των κατά την 31.10.2011 αποδοχών του προσωπικού του αναιρεσείοντος κατά ποσοστό μέχρι 25% αμέσως, και το τυχόν υπερβάλλον θα περικοπεί μετά την 31.12.2016, ή είναι εφαρμοστέες δυο μειώσεις μία την 1η.11.2011 κατά ποσοστό μέχρι 25% και μια την 1.1.2013 κατά ποσοστό πάλι μέχρι 25% επί των αποδοχών από την εφαρμογή της πρώτης μείωσης, και τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσά μειώσεων θα παρακρατηθούν μετά την 31.1.2016, και εάν η διπλή μείωση τυγχάνει συμβατή προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 25 του Συντάγματος και 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. (Δημοσίευση 31/12/2019).
- ΑΠ 1482/2019 (Β1): Προγράμματα μαθητείας ΟΑΕΔ: Γνήσια σύμβαση μαθητείας. Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου. Έννοια και διακρίσεις. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας ενοχικής σχέσης ως σύμβασης έργου ή ως σύμβασης μαθητείας γνήσιας ή μη γνήσιας ή ως σύμβασης εργασίας ανεξάρτητης ή εξαρτημένης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί, κατ’ εξοχήν, έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική μορφή συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 865/2014). Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ως προς την κρίση του Εφετείου ότι οι ενάγοντες, δεν τελούσαν σε σχέση νομικής και οικονομικής εξαρτήσεως από τον εναγόμενο Δήμο και δεν συνδεόταν μεταξύ των με σχέση εργασίας, αλλά η σύμβαση αποτελεί ιδιότυπη μορφή της σύμβασης μαθητείας, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Δημοσίευση 31/12/2019).
- ΑΠ 1452/2019 (Β2): Διόρθωση απόφασης. (Δημοσίευση 19/12/2019)
- ΑΠ 1451/2019 (Β2): Ανώτερη βία υπάρχει, όταν η ενέργεια του υποχρέου εμποδίζεται από τυχηρό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί, με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ενώ “τυχηρό” είναι το γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε πταίσμα του υποχρέου και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, αλλά μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εργοδότη, ώστε να μην επέλθει η αδυναμία αποδοχής της εργασίας (ΟλΑΠ 1340/1979, ΑΠ 1587/2009, ΑΠ 677/1974). Κατά συνέπεια η τυχόν αδυναμία λειτουργίας της επιχείρησης και ιδίως η προσωρινή, συνεπεία επίσχεσης εργασίας του απασχολουμένου σε αυτήν λοιπού προσωπικού, ο διενεργούμενος σε αυτήν διαχειριστικός έλεγχος και η διαπίστωση πλείστων όσων πλημμελειών στην οικονομική της διαχείριση και η τυχόν τεχνική αδυναμία λειτουργίας αυτής, λόγω κλοπής μέρους του μηχανολογικού της εξοπλισμού, δεν αίρουν την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών υπερημερίας, αφού τα περιστατικά αυτά ανάγονται στη σφαίρα των συνθηκών λειτουργίας της επιχείρησης και στους γενικότερους κινδύνους της πορείας αυτής./ Για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του μισθωτού, και δεν αρκεί ότι αυτός δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η περί τούτου ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία την οποία ο μισθωτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα λάμβανε από την εργασία του. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι αυτή επαρκώς αιτιολογημένη./ Με τη διάταξη του άρθρου 656 εδαφ. β` του Α.Κ., όπως ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα [1.1.2010 έως 31.12.2012] ορίζεται ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο μισθωτός ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Ταυτόσημη κατά λέξη είναι και η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του πιο πάνω άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013. Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να αποκλείσει τον πλουτισμό του εργαζομένου από τη μη παροχή της εργασίας του (ΑΠ 1447/2017). Η ωφέλεια πρέπει να είναι πραγματική και να πραγματοποιήθηκε κατά τον ίδιο χρόνο, που θα παρεχόταν η εργασία από τον μισθωτό, αν αυτή δεν είχε αποκρουστεί. Επομένως από τις οφειλόμενες από τον εργοδότη αποδοχές υπερημερίας, ο τελευταίος έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλ. από τη χρησιμοποίηση του χρόνου που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και από την αξιοποίησή του είτε με αυτοαπασχόληση, είτε με παροχή εργασίας σε άλλον εργοδότη, από την οποία αποκόμισε ωφέλεια. Αναγκαία, δηλαδή, κατά νόμο προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι η ωφέλεια αυτή να συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι ο εργαζόμενος δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα (ΑΠ 1539/2011). Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία του εργοδότη, προερχόμενη από την αξιοποίηση (προϋπάρχουσα ή μη) εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Επίσης δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία του εργοδότη και δεν εκπίπτονται παροχές, όπως οι συντάξεις γήρατος, το επίδομα ανεργίας κλπ, γιατί οι παροχές αυτές δεν συνδέονται με τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου εργασίας του μισθωτού (ΑΠ 302/1984). Για να είναι κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε ποιον συγκεκριμένο εργοδότη απασχολήθηκε ο μισθωτός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας του και το ύψος των αποδοχών που είχε από την ενασχόληση του αυτή στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, ως και περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που απεκόμισε ο εργαζόμενος. Στην περίπτωση δε που ο εργαζόμενος ασκούσε ελεύθερο επάγγελμα, πρέπει να προσδιορίζονται οι εν λόγω επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές. (Δηημοσίευση 19/12/2019).
- ΑΠ 1450/2019 (Β2): Όμοια με την ΑΠ 1449/2019. (Δημοσίευση 19/12/2019).
- ΑΠ 1449/2019 (Β2): Δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή από πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω και αργότερα, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις ανακαλέσει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 603/2017, ΑΠ 1292/2015, ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1681/2010, ΑΠ 1082/2010). Η επιχειρησιακή, συνεπώς, συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης (άρθ. 361 του ΑΚ) και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής. (Δημοσίευση 19/12/2019).
- ΑΠ 1448/2019 (Β2): Η παροχή υπηρεσιών δικηγόρου υπό καθεστώς ελεγχόμενου ωραρίου, υποχρεωτικού και εκ των προτέρων καθορισμένου, προσιδιάζει σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα περί Δικηγόρων είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δικηγόρου. Ωστόσο, παρά την έλλειψη της υποχρέωσης αυτής, ο δικηγόρος οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του στα γραφεία του εντολέα του, όχι μεν σε ωράριο υποχρεωτικό κατά τις ώρες εργασίας των υπαλλήλων αυτού (του εντολέα του) και εκ των προτέρων καθορισμένο, αλλά σε χρόνο εύλογο και απαραίτητο, αναλόγως των υπαρχουσών αναγκών για την καταλληλότερη εξυπηρέτηση και διεκπεραίωση των δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων του εντολέα του. (Δημοσίευση 19/12/2019).
- ΑΠ 1447/2019 (Β2): Για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών./ “Τακτικές αποδοχές”, που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (άρθ. 3 παρ.2 της ΥΑ 19040/1981), και οι οποίες είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του και όμοιες με τις αποδοχές των αμειβομένων με το σύστημα των κυμαινόμενων αποδοχών, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις συνήθεις αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, η κατά 75% και 25% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού με βάση τις υπ’ αριθ. 8900/1946, 18310/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και κατά τις από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους και για εργασία κατά τη διάρκεια της νύκτας, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα. Περίπτωση λιμενεργατών για τους οποίους το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συνολικές αγωγικές μηνιαίες αποδοχές, που αποτέλεσαν βάση υπολογισμού των αποδοχών αδείας και του εν λόγω επιδόματος αδείας, ενέπιπταν στο σύνολό τους στην έννοια των συνήθων (τακτικών) αποδοχών κατά τα ένδικα επί μέρους χρονικά διαστήματα, αλλά χρησιμοποιώντας ως βάση υπολογισμού την τελική αμοιβή που προέκυπτε “από την απόδοση” και την “επικρατέστερη απασχόληση”, κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό Εργασίας της επιχείρησής τους, οπότε, για τον προσδιορισμό αυτών, παραβίασε ευθέως τις ρηθείσες διατάξεις που εφάρμοσε, αφού δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη επιλεκτική εφαρμογή όλων των πηγών προς εξεύρεση του εν λόγω επιδόματος. (Δημοσίευση 19/12/2019).
- ΑΠ 1446/2019 (Β2): Μη συνυπολογισμός στις συντάξιμες αποδοχές των αναιρεσειόντων για την εύρεση του ύψους του εφάπαξ βοηθήματος Ταμείου Τράπεζας του συνόλου των τακτικών αποδοχών τους και ειδικότερα των αποδοχών τους από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και από την παροχή υπερωριακής και υπερεργασιακής εργασίας. Εφόσον δεν διατυπώνεται αποδεικτικό πόρισμα δεν προβάλλεται παραδεκτώς λόγος για ελλιπείς αιτιολογίες. Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που δικάζουν εφέσεις κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων δεν προβάλλεται παραδεκτώς λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης απορρίψεως της αγωγής ως αόριστης. (Δημοσίευση 19/12/2019).
- ΑΠ 1395/2019 (Β1): Όμοια με την ΑΠ 1482/2019. (Δημοσίευση 27/11/2019).
- ΑΠ 1393/2019 (Β1): Από το άρθρο 656 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 61 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α74/20.3.2013) σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας εργαζομένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόλησή του, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωσή του (ΑΠ 2011/201, 654/2018). Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως. Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν τίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 904/2012,ΑΠ 769/2016). Αναίρεση κρίσης του Εφετείου περί καταχρηστικής καταγγελίας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. (Δημοσίευση 27/11/2019).
- ΑΠ 1391/2019 (Β2): Αμοιβή μεσίτη ακινήτου. (Δημοσίευση 26/11/2019).
- ΑΠ 1390/2019 (Β2): Προαγωγές. Η παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ο οποίος καταφανώς υπερτερούσε, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, άλλου προαχθέντος, έστω και ενός, ομοιόβαθμου συναδέλφου του, συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, και κατά συνέπεια είναι παράνομη και, επομένως, άκυρη κατά τα άρθρα 174, 180 του ΑΚ (ΑΠ 164/2013, ΑΠ 76/2011, ΑΠ 1726/2010, ΑΠ 1321/2010, ΑΠ 1166/2007). Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος, που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή (και) προς αναγνώριση του δικαιώματος του προαγωγής στον επόμενο βαθμό (άρθρα 68, 70 του ΚΠολΔ), οπότε, με την τελεσιδικία της απόφασης, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε, αυτοδικαίως, από του χρόνου στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980 – ΦΕΚ Α’ 250 – (ΑΠ 1321/2010, ΑΠ 184/2008). Διακωλυτική ένσταση./ Ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται “πράγματα”, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι’ αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007, ΑΠ 223/2006). (Δημοσίευση 26/11/2019).
- ΑΠ 1389/2019 (Β2): Ιατροί πρώην ΙΚΑ ΕΤΑΜ. Αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα (ν. 2470/1997 και 3205/2003) προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα όμως η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα κέντρα υγείας (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014). Συντρέχει προσφυγή στην συνταγματική αρχή της ισότητας (4 παρ. 1 Σ), προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του Ν 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ (άρθ. 5 παρ. 10 του Π.Δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για δε το προ της διατάξεως αυτής χρονικό διάστημα οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το επίδομα ευθέως από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. Α – 5 ν. 3205/2003. (Δημοσίευση 26/11/2019).
- ΑΠ 1388/2019 (Β2): Διευθύνοντες υπάλληλοι: Θεωρούνται εκείνα τα πρόσωπα στα οποία, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της επιχείρησης ή τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, έτσι ώστε, όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη ταυτιζόμενα με αυτόν σε μεγάλο βαθμό, τόσο ως προς τις προς τρίτους σχέσεις, εκπροσωπώντας αυτόν σε συναλλαγές, όσο και σε σχέση με τους υπόλοιπους μισθωτούς αυτού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση της νομοθεσίας στην επιχείρηση για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης, και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηρισθεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος, αφού η έννοια του διευθύνοντος υπαλλήλου, ανεξάρτητα του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και λογικής από την φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαία, καθώς και από την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους. Γι` αυτό τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, συνδεόμενοι με τον εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας ανάπαυσης, περί αποζημίωσης ή προσαύξησης για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορήγησης ετήσιας άδειας αναψυχής, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους. Αναίρεση απόφασης Εφετείου για ανεπαρκείς αιτιολογίες περί μη χαρακτηρισμού υπαλλήλου ως διευθύνοντος. (Δημοσίευση 26/11/2019).
- ΑΠ 1368/2019 (Β2): Τράπεζες: Άκυρη ως καταχρηστική η απόλυση τραπεζικού στελέχους λόγω του ότι επέτρεψε τη χρήση τραπεζικής θυρίδας σε πελάτη κατά το χρόνο ισχύος των capital controls καθώς η απλή χρήση μισθωμένης θυρίδας θησαυροφυλακίου, δεν προκύπτει με ευχέρεια ότι είναι τραπεζική “εργασία”. Στις επίμαχες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου όσο και στις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις δεν υπήρχε σαφής απαγόρευση πρόσβασης στις τραπεζικές θυρίδες, η χρήση και πρόσβαση στις θυρίδες δεν συνδέεται με τους σκοπούς της τραπεζικής αργίας, που ήταν η επιβολή περιορισμών (capital controls) στις συναλλαγές των πιστωτικών ιδρυμάτων, που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, οι τράπεζες δεν μπορούν να δεσμεύουν το περιεχόμενο των θυρίδων ή να απαγορεύουν το άνοιγμά τους από τον μισθωτή, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της από 28.6.2015 ΠΝΠ προβλέπει να τελούν οι υπάλληλοι εν πλήρη γνώση των επιτρεπόμενων και μη πράξεων και ενεργειών. Έκδοση ειδικού υπηρεσιακού σημειώματος προς τους εργαζόμενους των λειτουργούντων καταστημάτων της τράπεζας την 2-7-2015, ήτοι μετά την πρόσβαση του πελάτη στην ήδη μισθωμένη θυρίδα του την 1-7-2015. (Δημοσίευση 19/11/2019).
- ΑΠ 1367/2019 (Β2): Από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του ΑΝ 539/1945 με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (που αφορά επίδομα αδείας) και εκείνες των άρθρων 648, 653, 666, 679 του Α.Κ., της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 υπ’ αριθμό 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως “περί προστασίας του ημερομισθίου”, 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26/2/1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 και 3 της ΥΑ 19040/1981, προκύπτει, ότι ως “συνήθεις αποδοχές”, ταυτιζόμενες με τις “τακτικές αποδοχές” της παρ. 2 εδ. β και γ του άρθρου 3 της ΥΑ 19040/1981, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση, ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (πλην του επιδόματος αδείας στις αποδοχές αδείας). Επομένως, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (ΟλΑΠ 16/2011). Δεν συμπεριλαμβάνονται όμως στις αποδοχές αδείας το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. (Δημοσίευση 19/11/2019).
- ΑΠ 1354/2019 (Β2): Παθητική ευθύνη περισσοτέρων εις ολόκληρον (926 ΑΚ) – Προσωπικά δεδομένα. (Δημοσίευση 12/11/2019).
- ΑΠ 1353/2019 (Β2): Ένορκη βεβαίωση διαδίκου στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο είναι νομικώς ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, αλλιώς, αν δηλαδή η εν λόγω ιδιότητα προϋπήρχε ή αποκτήθηκε μεταγενεστέρως, δεν αναιρείται το υποστατό του αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαιώσεως, η οποία, όταν νομίμως προσκομίζεται με επίκληση από τον διάδικο, είναι υποχρεωτικώς ληπτέα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως. (Δημοσίευση 12/11/2019).
- ΑΠ 1352/2019 (Β2): Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. ΜΕΙΟΦΗΦΙΑ (Θ. Τζανάκης). (Δημοσίευση 12/11/2019).
- ΑΠ 1351/2019 (Β2): Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως “γενόμενο κατά τη συζήτηση” σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016). (Δημοσίευση 12/11/2019).
- ΑΠ 1349/2019 (Β2): Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 2,31 παρ. 1 εδ. α’, 3 εδ. α’, β’, 4 και 7 Ν. 4024/2011, πρώτου υποπαράγρ. Γ1 περ. 12 Ν. 4093/2012 και 31 παρ. 1 Ν. 4354/2015, το προσωπικό του Ο.Α.Σ.Α. υπέστη δύο μειώσεις των αποδοχών αυτού, την 1η Νοεμβρίου 2011, δια της εισαγωγής του ορίου των 1900 ευρώ κατά μέσον όρο ως προς έκαστον εργαζόμενο, και την 1η Ιανουαρίου 2013, δια της υπαγωγής στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου. Ανακύπτει εντεύθεν το ζήτημα εάν, βάσει των εν λόγω διατάξεων, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών του προσωπικού του Ο.Α.Σ.Α. κατά ποσοστό μέχρι 25% αμέσως, ετεροχρονιζομένη μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά το τυχόν υπερβάλλον, ως έχει γίνει δεκτό δια των υπ’ αριθμούς 1189/2018 και 113/2017 αποφάσεων του Αρείου Πάγου ως προς το προσωπικό δημοτικής επιχειρήσεως, ή είναι εφαρμοστέες δύο μειώσεις, μία την 1η Νοεμβρίου 2011 κατά ποσοστό μέχρι 25% και μία την 1η Ιανουαρίου 2013 κατά ποσοστό πάλιν μέχρι 25% επί των προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενες αμφότερες μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσοστά, ως επίσης εάν η εν λόγω διπλή μείωση τυγχάνει συμβατή προς τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως “δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών” (Ε.Σ.Δ.Α.). Παραπομπή στην Ολομέλεια. (Δημοσίευση 12/11/2019).
- ΑΠ 1345/2019 (Β1): Διάταξη άρθρ. 8 εδ. α’ του Ν.3198/1955 περί αποζημίωσης, αντιπαραβολή της με τις διατάξεις των εδαφίων β και γ του ιδίου άρθρου. Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη, συναγομένη εμμέσως από την συμπεριφορά του δηλούντος, ενόψει και των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης( ΑΠ262/2011 ,ΑΠ 874/2009). Η εν λόγω συναίνεση του εργοδότη, η οποία συνιστά συμφωνία, πρέπει να χορηγηθεί, έστω και σιωπηρά πριν από και όχι ταυτόχρονα ή μετά την αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του, άλλως δεν συνιστά συγκατάθεση, αλλά αποδοχή του δικαιώματος του μισθωτού να καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας. Η εν λόγω δε προϋπόθεση δεν αναφέρεται στο εκ του νόμου δικαίωμα του εργαζομένου να καταγγείλει τη σύμβαση, αλλά αφορά την ανάληψη από τον εργοδότη της δαπάνης (κόστους) αποζημιώσεως, που διαφορετικά αυτός (εργοδότης) δεν θα είχε (ΑΠ353/2019, ΑΠ 426/ 2016, ΑΠ 2058 /2014). Κρίση ότι το γεγονός της μη εναντιώσεως του εναγομένου – εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά διαστήματα των 13 και 19 ημερών πριν την αποχώρησή τους στις δηλώσεις αποχώρησης των εναγόντων – εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων από την υπηρεσία τους, ήταν επαρκές για τη συναγωγή σιωπηρής μεν αλλά σαφούς και αναμφίβολης συναίνεσης αυτού στην αποχώρηση τους και τη λήψη από αυτούς της εκ του άρθρου 8 εδ.α τουν.3198/1955 αποζημίωσης. (Δημοσίευση 12/11/2019).
- ΑΠ 1319/2019 (Β2): Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του δημοσίου τομέως υπό την ισχύν των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, από 18ης Απριλίου 2001 και εξής δεν δύνανται να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και εάν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των εν λόγω συμβάσεων κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό κατά την δικαστική διαδικασία ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, ούτε είναι δυνατή στις συμβάσεις αυτές η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α’ και 3 Ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19/2007). Αντιθέτως, οι τελευταίες αυτές διατάξεις εφαρμόζονται σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ωρισμένου χρόνου καταρτισθείσες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρυτέρου δημοσίου τομέως προ της 18ης Απριλίου 2001, αφού οι εν λόγω συμβάσεις, παρά την τυχόν απαγόρευση από τον νόμο της συνάψεως αυτών ως αορίστου χρόνου, είχαν ήδη προ της ενάρξεως ισχύος των ως άνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει τον χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίον εν συνεχεία διετήρησαν (ΟλΑΠ 7/2011, 8/2011). Ζήτημα εάν οι προσλαμβανόμενοι δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α’, β’ Ν. 1404/1983 παρέχοντες διδακτικό και ερευνητικό έργο στα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα τελούν υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ή μη και εάν τυγχάνουν επ’ αυτών εφαρμογής οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α’ και 3 Ν. 2112/1920, το οποίο εκκρεμεί ενώπιον της Ολομέλειας. (Δημοσίευση 5/11/2019).
- ΑΠ 1318/2019 (Β2): Εκ περιτροπής εργασία: Απαιτείται εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, άνευ του στοιχείου αυτού η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει. Στοιχεία που απαιτούνται για το σύννομο της ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους. Η παρά το νόμο μονομερής επιβολή εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης. (Δημοσίευση 5/11/2019).
- ΑΠ 1317/2019 (Β2): Παροχή νομικής βοήθειας και εκκαθάριση δικαστικής δαπάνης επί απόρριψης αιτήσεως αναιρέσεως. (Δημοσίευση 5/11/2019).
- ΑΠ 1315/2019 (Β1): Κατάχρηση δικαιώματος (ΑΚ 281). Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ’ αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Κρίση ότι εν προκειμένω έπρεπε να κριθεί η συμπεριφορά του ενάγοντος σε συνδυασμό με την συνδρομή επιπλέον των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων που διαμορφώθηκαν στην συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των στοιχείων εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ. (Δημοσίευση 4/11/2019).
- ΑΠ 1314/2019 (Β1): Όμοια με την άνω ΑΠ 1315/2019 (Δημοσίευση 4/11/2019).
- ΣτΕ(Ολ) 1307 – 1316/2019: Η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ’ εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ. έκθεση Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ανωτέρω, σκ. 13) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων δικαστικών υπαλλήλων και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα.
- ΑΠ 1303/2019 (Β2): Εργοδότης, συνήθως αλλά όχι πάντοτε, είναι ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. Αν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (Α.Π. 873/2009). Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί ( ΑΠ 12/2018, ΑΠ 519/2015)./ Κοινωνία δικαιώματος κατόπιν κληρονομικής διαδοχής. (Δημοσίευση 30/10/2019).
- ΑΠ 1302/2019 (Β2): Όμοια με την 1303/2019. (Δημοσίευση 30/10/2019).
- ΑΠ 1301/2019 (Β2): Επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. Οι Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254 (ΦΕΚ Β/390/9-4-2001) και 2/19609/0022 (ΦΕΚ Β/553/4-5-2006) καθ’ ο μέρος περιορίζουν την χορηγουμένη αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μονίμους υπαλλήλους, κατ’ αποκλεισμό των επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων, ως εισάγουσες διάκριση των υπαλλήλων σε κατηγορίες μη προβλεπόμενες από τον εξουσιοδοτικό νόμο (άρθρα 25 παρ. 2 Ν. εδ. α’ Ν. 1884/1990 και 135 παρ. 5 του Οργανισμού του Ν. 2594/1998), κείνται εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, και συνεπώς ο εν λόγω αποκλεισμός, στερούμενος εννόμου ερείσματος, είναι ανίσχυρος, αφ’ ετέρου το κατά την έναρξη ισχύος των Οργανισμών του Υπουργείου Εξωτερικών (Ν. 2594/1998, 3566/2007) επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών διατηρεί το συμβατικό και μισθολογικό καθεστώς αυτού μέχρι της αποχωρήσεώς του από την υπηρεσία, δικαιούμενο επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής βάσει του οριζομένου ποσοστού επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του οικείου Πρέσβεως/Προϊσταμένου, προσαυξανομένου λόγω τέκνων κατά τις ειδικώτερες διακρίσεις βάσει ποσοστού επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως/Προϊσταμένου. (Δημοσίευση 30/10/2019).
- ΑΠ 1286/2019 (Β2): Διόρθωση απόφασης. (Δημοσίευση 22/10/2019).
- ΑΠ 1285/2019 (Β2): Από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 51 παρ. 1 του ν. 345/1976, προκύπτει, ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύει και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσε, ότι όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και επάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας (Ολ ΑΠ 10/2001, ΑΠ 72/2016, 275/2015, 789/2014, 9/2014, 1595/2002, ΣΤΕ 2202/2015, 3028/2014, 2727/2009). Περίπτωση εφάπαξ βοηθήματος τραπέζης: Η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των αποφάσεων του ΑΕΔ 3/2007, 4/2007 και 5/2007, οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων των εναγόντων περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτών, διότι, υπό αντίθετη ερμηνεία, η προστασία της σχετικής αξιώσεως του ασφαλισμένου θα συναρτάτο αποκλειστικώς με ξένη προς αυτόν (δικαιούχο) προϋπόθεση, δηλαδή το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου. (Δημοσίευση 22/10/2019).
- ΑΠ 1284/2019 (Β2): Εάν με την έφεση πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, που ο εκκαλών αναφέρει “ότι η εκκαλουμένη έσφαλε στην ορθή κρίση της”, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στο εφετήριο τα επί μέρους σφάλματα αυτής ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι εξ αιτίας της κακής εκτίμησης αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, πράγματα που επίσης άνω αναφέρονται στον λόγο αυτό (2η σελίδα της έφεσης), αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση τη καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος./ Δεδικασμένο. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 332, 324 και 330 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση, την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Αυτό συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό συντρέχει όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε κάτω από νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον χρόνο που ήταν κρίσιμος στην προηγούμενη δίκη και ενόψει του οποίου επιδικάσθηκε ή όχι η απαίτηση, η οποία ήταν επίμαχη στη δίκη εκείνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η προϋπόθεση της ταυτότητας και στις δύο δίκες του νομικού ζητήματος, δηλαδή της νομικής αιτίας (Ολ ΑΠ 34/1992). Δεδικασμένο δε περί των τελεσιδίκως κριθεισών εννόμων σχέσεων παράγεται και αν ακόμη η προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση είναι για οποιοδήποτε λόγο εσφαλμένη. Κατά τη νέα δίκη, στην οποία ως προδικαστική έννομη σχέση αναφύεται η τελεσιδίκως κριθείσα, εκ της οποίας αναβλύζουν άλλες αξιώσεις για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, το δικαστήριο υποχρεούται να θεωρήσει ως δεδομένη την ύπαρξη της και επ’ αυτής να στηρίξει τη δικαιοδοτική κρίση του περί της υπάρξεως των μεταγενεστέρων αξιώσεων που αποτελούν, ως κύριο ζήτημα, το νομικό αντικείμενο της νέας δίκης (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 111/2008). (Δημοσίευση 22/10/2019).
- ΑΠ 1283/2019 (Β2): Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται η θέσπιση από τον νομοθέτη ίσων αποδοχών ως προς όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την αυτή ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες, οπότε, εάν γίνει ειδική νομοθετική ρύθμιση ως προς ορισμένη κατηγορία εργαζομένων κατά δυσμενή αποκλεισμό από την εν λόγω ρύθμιση άλλης κατηγορίας εργαζομένων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της ειδικής αυτής μεταχειρίσεως, η διάκριση είναι αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της προαναφερομένης αρχής αποβαίνει εφαρμοστέα η νομοθετική ρύθμιση και υπέρ εκείνων εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση. Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν, εάν συντρέχουν γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος δικαιολογούντες διαφορετική ρύθμιση, όπως, όταν ορίζονται οι αποδοχές άλλης κατηγορίας εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και άλλης από υπουργικές αποφάσεις δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, αφού εκάστη των εν λόγω κατηγοριών υπάγεται υπό διάφορο μισθολογικό καθεστώς. (Δημοσίευση 22/10/2019).
- ΑΠ 1266/2019 (Β1): Από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπόμενη ήδη από τη διάταξη του άρθρου 680 παρ. 3 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007). Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά τη συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά τη συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς τη συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ.1 του ν. 1876/1990)./ Οι “συνήθεις αποδοχές”, ταυτιζόμενες εννοιολογικά με τις “τακτικές αποδοχές”, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα άδειας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Δεν αποτελούν, όμως, βάση υπολογισμού αποδοχές που οφείλονται σε έκτακτες διακυμάνσεις του χρόνου εργασίας (έκτακτες υπερωρίες, έκτακτη απασχόληση), αφού αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως τακτικές. Αν οι εν λόγω τακτικές εργοδοτικές παροχές δεν είναι σταθερές κατά ποσό, αλλά διαφέρουν από μήνα σε μήνα, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του προηγουμένου χρονικού διαστήματος, το οποίο μεσολάβησε από τη λήξη της προηγούμενης άδειας μέχρι την έναρξη της νέας άδειας./ Αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, το οποίο, προς εξεύρεση των συνήθων (τακτικών) αποδοχών προς υπολογισμό των αποδοχών και επιδόματος αδείας έλαβε υπόψη τις αποδοχές του προηγουμένου της αδείας τριμήνου και όχι του διαστήματος μέχρι τη λήψη της προηγούμενης άδειας, ενώ, προκειμένου να οδηγηθεί στην εφαρμοστέα ως ευνοϊκότερη για τον ενάγοντα ρύθμιση, προκειμένου για μισθωτούς αμειβόμενους με σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών, δεν συνέκρινε νομίμως τις ρυθμιζόμενες από τον κανονισμό και την εργατική νομοθεσία αποδοχές και επίδομα άδειας, ήτοι, εάν κατά την τελευταία (άρθρο 3 παρ.3 του α.ν. 539/1945), οι αποδοχές δίδονταν σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της εργασίας (Δημοσίευση 15/10/2019).
- ΑΠ 1246/2019 (Β2): Έννοια καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ στις εργατικές διαφορές. Καταχρηστική η άσκηση αγωγής ως προς τα κεφάλαια περί αποδοχών υπερημερίας και επιδομάτων αδείας, τα οποία αφορούν τα διαστήματα, αφ’ ότου ο αναιρεσείων υπέβαλλε εκάστοτε βεβαίωση στον Ο.Α.Ε.Δ. περί λήξεως της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσιβλήτου μέχρι του εκ νέου διορισμού αυτής, το δε Μονομελές Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένως την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα ως άνω παρατιθέμενα περιστατικά, εν συνδυασμώ προς το ότι η αναιρεσίβλητη εισέπραττε ανελλιπώς επί δεκαοκταετία το επίδομα ανεργίας από τον Ο.Α.Ε.Δ., καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής. (Δημοσίευση 8/10/2019).
- ΑΠ 1244/2019 (Β2): Από το γεγονός ότι ο Πρόεδρος του Συλλόγου εργαζομένων Τράπεζας συμμετείχε στη μελέτη σύστασης Λογαριασμού προς επικουρική ενίσχυση του προσωπικού της, καθώς και από το ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού του Λογαριασμού, στη διαχειριστική επιτροπή του τελευταίου συμμετέχει ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Υπαλλήλων της εναγομένης, καθώς και δύο υπάλληλοι της τελευταίας, που ορίζονται από τη διοίκησή της, δεν συνάγεται ότι η ενάγουσα συνδικαλιστική οργάνωση υπήρξε αντισυμβαλλόμενη της Τράπεζας κατά την ίδρυση του Λογαριασμού οπότε και δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της αγωγής. (Δημοσίευση 8/10/2019).
- ΑΠ 1243/2019 (Β2): Η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων τραπεζοϋπαλλήλων από 1-1-2005 και εντεύθεν και των συνταξιούχων στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ, ακόμη και πριν τη διάλυση του ιδιωτικής φύσεως φορέα κοινωνικής ασφάλισης, που έγινε σε συμμόρφωση προς την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 58 του ν. 3371/2005, είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 12, 22 παρ. 5 και 23 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι δεν απαιτείται προηγούμενη διάλυση του ως άνω φορέα κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον η κρατική μέριμνα για την υπαγωγή της εν λόγω ασφάλισης, με ομοιόμορφο τρόπο, σε ένα ενιαίο, δημόσιο, ασφαλιστικό φορέα για όλους τους εργαζόμενους στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, δεν βρίσκεται έξω από τους σκοπούς του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Επίσης, ούτε την αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου παραβιάζει, ούτε το δικαίωμα αυτών για ελεύθερη συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας, διότι η επιβαλλόμενη υποχρέωση εξαντλείται στην εκ του νόμου ένταξη των ασφαλισμένων και συνταξιούχων στους νέους κρατικούς ασφαλιστικούς φορείς και δεν εκτείνεται στη διάλυση των παλαιών ταμείων, τα οποία δεν διαλύονται με νόμο ούτε αφαιρείται η περιουσία τους και ως εκ τούτου μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους. (Δημοσίευση 8/10/2019)
- ΑΠ 1237/2019 (Β2): Ρήτρες μονιμότητας: Οι ουσιαστικοί και διαδικαστικοί περιορισμοί στο δικαίωμα καταγγελίας που έθετε ο Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της εναγομένης Α.Σ.Ο. έχουν ρητά καταργηθεί δυνάμει των άρθρων 1 παρ.2 και 6 του ν. 4046/2012 και 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ 6/2012 και 669 παρ.2 ΑΚ και ήδη από το Φεβρουάριο του έτους 2012, η εναγομένη Α.Σ.Ο. μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας των σε αυτή απασχολούμενων δυνάμει των άρθρων 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955. (Δημοσίευση 7/10/2019).
- ΑΠ 1224/2019 (Β1): Από τις διατάξεις των άρθρων 60,72,75 και 76 ΚΙΝΔ, προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης του ναυτικού είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, ο αντιπρόσωπος αυτής, που συνήψε στην Ελλάδα με το ναυτικό σύμβαση παροχής εργασίας σε πλοίο του εργοδότη, ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτή, κατά την έννοια του άρθρου 481 Α.Κ., για κάθε υποχρέωση που απορρέει από τη σχέση ναυτικής εργασίας. Αν τη σύμβαση αυτή κατάρτισε στην Ελλάδα ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος, με την προεκτεθείσα έννοια, τότε για τις απαιτήσεις του ναυτικού ευθύνονται εις ολόκληρον με τον εργοδότη και τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσώπησαν ή που εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο, από το χρόνο σύναψης της σύμβασης μέχρι το χρόνο άσκησης από το ναυτικό των αξιώσεών του από την εργασιακή σχέση (Α.Π 90/2010 ΔΕΕ 2010.1343, 450, ή εξ αφορμής αυτής (Α.Π.271/2006 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 762/1978 προκύπτει ότι η, κατά τη διάταξη αυτή, ευθύνη τόσο του αλλοδαπού εργοδότη, όσο και του αντιπροσώπου αυτού ρυθμίζεται σε κάθε περίπτωση από το ελληνικό δίκαιο και ειδικότερα από το νόμο αυτό, οι διατάξεις του οποίου αποτελούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου και άμεσης εφαρμογής, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του έτους 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές./ Είναι άκυρη κάθε συμφωνία για μη λήψη αποζημίωσης και συνεπώς η παραίτηση από την αξίωση αποζημίωσης ή ο συμβιβασμός εις βάρος του ναυτικού θεωρείται άκυρη. (Δημοσίευση 2/10/2019)
- ΑΠ 1222/2019 (Β1): Ο περιορισμός των προβλεπόμενων από το π.δ. 696/1974 κατώτατων αμοιβών μηχανικών δεν παραβιάζει την αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος), με την οποία κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας (ελευθερίας) αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου, καθόσον, ο επιδιωκόμενος από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου μόνου του ανωτέρω ν.δ. 2726/1953, κατά τα εκτιθέμενα στην εισηγητική έκθεση αυτού, σκοπός εξυπηρέτησης επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται αφ’ ενός μεν στην προστασία του επαγγέλματος του μηχανικού, αφ’ ετέρου δε στην ανάγκη για την εκπόνηση άρτιων μελετών, ικανών να διασφαλίσουν την κατασκευή υψηλής ποιότητας δημόσιων έργων με την αποδοτική επένδυση σε αυτά του δημόσιου χρήματος, είναι ικανός να δικαιολογήσει τη θέσπιση των προβλεπόμενων από το π.δ. 696/1974 κατώτατων αμοιβών μηχανικών, και επί πλέον, με την πρόβλεψη κατώτατων νόμιμων ορίων αμοιβών μηχανικών δεν θίγεται ο πυρήνας του κατοχυρωμένου με το άρθρο 5§1 του Συντάγματος δικαιώματος της επαγγελματικής ελευθερίας, διότι δεν τίθεται περιορισμός στην επιλογή και πρόσβαση στο επάγγελμα του μηχανικού, ούτε στην άσκηση αυτού εν γένει. Ακόμη, ο ίδιος περιορισμός, δεν αντίκειται ούτε και στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απ’ ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον ο περιορισμός αυτός, ο οποίος δικαιολογείται κατά τα προαναφερόμενα από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, είναι πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την εξυπηρέτησή του σκοπού που επιδιώκεται με τη θέσπιση κατώτατων νόμιμων ορίων αμοιβών μηχανικών και, από απόψεως εντάσεως της επεμβάσεως στη σφαίρα της οικονομικής ελευθερίας, τελεί σε εύλογη αναλογία προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί λόγου δημοσίου συμφέροντος. (Δημοσίευση 1/10/2019).
- ΑΠ 1221/2019 (Β1): Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν συμβαίνει αυτό, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν, 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920. Το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος αυτού (ΟλΑΠ 20/2007, ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ Ι 13/2009). (Δημοσίευση 30/3/2019).
- ΑΠ 1213/2019 (Β2): Συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας STAGE: Κρίση περί επαρκώς αιτιολογημένης κρίσης του Εφετείου ότι οι επίμαχες συμβάσεις μαθητείας με το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ (νυν ΕΦΚΑ), αποτελούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες κατέστησαν απολύτως αναγκαίες για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από κάθε ενάγοντα, καθώς αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν παρείχαν την εργασία τους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, με την έννοια της εκτέλεσης παραγωγικού έργου αλλά προς απόκτηση επαγγελματικής κατάρτισης. (Δημοσίευση 26/9/2019).
- ΑΠ 1212/2019 (Β2): Εργατικό ατύχημα. Το Εφετείο ορθά έκρινε ότι συνυπαίτιοι στην επέλευση του ατυχήματος ήταν ο εργοταξιάρχης και ο εργοδηγός του έργου, οι οποίοι, ενώ είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να είναι παρόντες στον τόπο εκτέλεσης των εργασιών του έργου καθ’ όλη την διάρκεια αυτών και να κατευθύνουν τον θανόντα, δίνοντας του οδηγίες ως προς τον ασφαλή χειρισμό του μηχανήματος και τις κινήσεις αυτού, παρά ταύτα άφησαν μόνο του τον τελευταίο με αποτέλεσμα να συμβεί το ατύχημα. Συνυπαιτιότητα του παθόντος σε ποσοστό 70%. Εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας (25 Σ) προς εξεύρεση του δικαιουμένου ποσού προς αποκατάσταση ψυχικής οδύνης. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι ιδίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. (Δημοσίευση 26/9/2019).
- ΑΠ 1211/2019 (Β2): Από τις διατάξεις των Ν. 4024/2011 και 4093/2012 προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση για την αναγνώριση του διδακτορικού τίτλου και τη χορήγηση του αντίστοιχου επιδόματος είναι η συνάφεια του περιεχομένου του διδακτορικού τίτλου με το αντικείμενο της απασχόλησης του υπαλλήλου. Η συνάφεια αυτή, όμως, δεν εξαντλείται στον τίτλο των μεταπτυχιακών – διδακτορικών σπουδών με την έννοια του θέματος της γενόμενης διατριβής, το οποίο είναι πάντοτε εξειδικευμένο, αλλά στο αντικείμενο των εν λόγω σπουδών και δη στον κλάδο που ο διδάκτωρ έχει ειδικευθεί. Ειδικά για τους διδάκτορες δεν θα ληφθεί υπόψη το θέμα της διατριβής τους, το οποίο είναι πάντοτε εξειδικευμένο, αλλά το αντικείμενο των σπουδών τους, δηλαδή ο κλάδος στον οποίον ο διδάκτορας έχει ειδικευθεί. Η έννοια της συνάφειας δεν σημαίνει ούτε πλήρη, ούτε καν μερική ταύτιση του περιεχομένου των σπουδών και της απασχόλησης του υπαλλήλου. Το περιεχόμενο των σπουδών του υπαλλήλου μπορεί να είναι ακόμη και ξένο προς το καθ’ εαυτό αντικείμενο της απασχόλησης του, αρκεί να περιλαμβάνεται σε μια έστω, από τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας του. (Δημοσίευση 26/9/2019).
