Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ Federatie Nederlandse Vakbeweging C-237/20), το Δικαστήριο ερεύνησε τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 το οποίο προβλέπει εξαίρεση από την υπαγωγή στις διατάξεις της οδηγίας περί μεταβίβασης επιχείρησης όταν λαμβάνει χώρα διαδικασία πτώχευσης ή αφερεγγυότητας αυτής. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την προβλεπόμενη στο Ολλανδικό δίκαιο διαδικασία εξυγίανσης pre-pack, σκοπός της οποίας είναι να εξευρεθεί κατά την επικείμενη πτωχευτική διαδικασία μια μέθοδος ρευστοποίησης με την οποία εκποιείται η επιχείρηση (ή ένα τμήμα αυτής) που ανήκει στην περιουσία του μεταβιβάζοντος με συνέχιση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας (“going-concern”), ούτως ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή ικανοποίηση του συνόλου των πιστωτών αλλά και να διατηρηθούν παράλληλα κατά το μέγιστο δυνατό οι θέσεις εργασίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση της «διαδικασίας πτώχευσης ή αφερεγγυότητας» που προβλέπει η διάταξη πληρούται όταν η μεταβίβαση του συνόλου ή τμήματος της επιχειρήσεως έχει προετοιμαστεί, πριν από την έναρξη πτωχευτικής διαδικασίας αφορώσας τα περιουσιακά στοιχεία του εκχωρητή και κατά τη διάρκεια της οποίας η επίμαχη μεταβίβαση πραγματοποιείται, στο πλαίσιο διαδικασίας pre-pack, σκοπός της οποίας είναι να καταστήσει δυνατή, κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, την εκκαθάριση της λειτουργούσας επιχειρήσεως (going concern) που θα ικανοποιήσει στον μέγιστο δυνατό βαθμό τα συμφέροντα του συνόλου των πιστωτών και θα διασφαλίσει τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, υπό την επιφύλαξη ότι μια τέτοια διαδικασία pre-pack έχει οριοθετηθεί με νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις, ήτοι κύριος σκοπός κατά το Δικαστήριο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων εν προκειμένω δεν ήταν η εξακολούθηση της δραστηριότητας της επιχείρησης αλλά η διευκόλυνση της πτώχευσης. Σημειώνεται ότι σε προγενέστερη απόφασή του το Δικαστήριο (ΔΕΕ Federatie Nederlandse Vakvereniging C-126/16), κατόπιν διαφορετικής αξιολόγησης του σκοπού που επιδίωκε η ίδια διαδικασία (pre – pack) σε άλλη περίπτωση οδήγησε το ΔΕΕ σε διαφορετική κρίση και δη στην μη εφαρμογή της εξαίρεσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Διαπιστώνεται συνεπώς ότι η κρίση ως προς την υπαγωγή του εργοδότη στην εξαίρεση που προβλέπει η Οδηγία 2001/23 και το εθνικό δίκαιο (Π.Δ. 178/2002) όταν η επιχείρηση υπάγεται σε διαδικασία αφερεγγυότητας είναι πολλές φορές δυσχερής και εξαρτάται ευθέως από τα πραγματικά περιστατικά που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση.
Share this post
